Don Quixote

Don Quixote

22.2.12

Σκέψεις..

Όσο ήταν μικρός θυμάται του άρεσε το κρύο, χειμώνα καλοκαίρι με ένα κοντομάνικο, του φώναζαν "θα πουντιάσεις", χαμπάρι δεν έπαιρνε αυτός, και φυσικά ποτέ δε αρρώσταινε. Κάποια στιγμή, ήταν πια αρκετά μεγάλος, έμαθε πως γενιούνται τα παιδιά, και τότε κατάλαβε. Εννέα μήνες μέσα στη μάνα του βίωνε τη ζέση, βίωνε την ασφάλεια, βίωνε τη φυλακή. Το κρύο είχε ένα άρωμα ελευθερίας κι έναν κίνδυνο, για αυτό και το αγαπούσε. Στο κρύο ήξερε πως ήταν ζωντανός.

Μεγαλώνοντας άρχισε να δυσανασχετεί, ο χειμώνας έκανε τα κοκκαλά του να πονάνε και αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Οι διακοπές του, αποδράσεις προς αναζήτηση λίγης ζέστης. Δεν καταλάβαινε γιατί αυτή η αλλαγή, αλλά τη φοβόταν, κι όταν πια άρχισε να χάνει ανθρώπους γύρω του ήξερε. Η νέα του φυλακή θα ήταν κι αυτή υγρή και σκοτεινή, αλλά αυτή η φορά κρύα παντοτινή, ασφυκτική. Τρία μέτρα κάτω από το έδαφος, όσο κρύος και παντοτινός μπορεί να ναι ο θάνατος.