Don Quixote

Don Quixote

30.4.14

Νικάμε

Ο καπιταλισμός θα σου πουλήσει τη φωτογραφία του φανοστάτη από τον οποίο θα κρεμάσουν το πιο ανυπότακτο κομμάτι σου

ειδικότερα:

ή γενικότερα:





εκτός κι αν...




νικάμε, γιατί είμαστε ακόμα εδώ...






27.4.14

24.4.14

Το τελευταίο καλοκαίρι

«Το τελευταίο καλοκαίρι μου». Το έλεγες λες και είχες κάποια συναίσθηση πρόσκαιρου θανάτου, σα γέρος στο νεκροκρέβατό του που ξέρει πως αυτή θα είναι η τελευταία οικογενειακή μάζωξη και παρατηρεί με μάτια βουρκωμένα γνωρίζοντας πως ο συρμός κάνει όπου να ‘ναι τέρμα κι αυτός θα πρέπει να κατέβει.



Ήταν ωραίο καλοκαίρι ομολογουμένως. Με τα ξενύχτια του, τα ποτά του, κάτι ατσούμπαλες βραδιές που ανακαλύπταμε ξανά την ηδονή και τους λόγους που έχει χυθεί τόσο μελάνι για πάρτη της, κάτι σαββατοκύριακα που παίρναμε το μηχανάκι και τη σκηνή και χανόμαστε από προσώπου γης. Είναι πολύ περίεργο συναίσθημα να ξέρεις πως ουσιαστικά έχεις μια σχέση με ημερομηνία λήξης, μια ημερομηνία που δεν την έβαλες εσύ ή η φυσιολογική φθορά αλλά η οικονομική κατάσταση της χώρας. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού που με τόσο στόμφο διατυμπανίζουν οι κοινωνικοί επιστήμονες, είχε έρθει να χτυπήσει και τη δικιά μας πόρτα.
Κι όπως όλα τα ωραία, πέρασε γρήγορα το καλοκαίρι. Ένας φεύγει, ένας μένει. «Θα το δούμε πως θα πάει», μου είπες, «θα μιλάμε συνέχεια, να ‘ναι καλά το skype, θα αρχίσω και εγώ να κάνω αιτήσεις για κει και μετά τον Ιούνη θα ανέβω», σου είπα. Μεγαλύτερα λόγια από ότι έπρεπε, αλλά ένιωθα πως το απαιτούσε η στιγμή, ε και πάντα ήμουν έρμαιό της. 1η Οκτώβρη, ένα παλιάμαξο φορτωμένο με μισή ζωή (δική σου) στο λιμάνι της Πάτρας με προορισμό αρχικά την Ανκόνα και άλλο ένα ταξί να παίρνει το δρόμο της επιστροφής για το κέντρο με την υπόλοιπη μισή (δική μου).
Μετανάστης. Και δη οικονομικός. Φορτίο τεράστιο αυτή η λέξη. Εμείς δε θα έπρεπε να ζήσουμε έτσι. Εμείς κάναμε όνειρα για άλλα πράγματα μεγάλα, γελούσαμε στα μούτρα της μιζέριας και τα ταξίδια μας ήταν στο χώρο και στο χρόνο. Εμείς λέγαμε πως θα φτιάξουμε την Ιστορία και δε θα την αφήσουμε να μας καταπιεί. Αυτά σκεφτόμουν καθώς έμπαινα στο σπίτι. Βρήκα σκουπίζοντας πίσω από το κρεβάτι το παλιό σου μενταγιόν από κεχριμπάρι, που 'χες πάρει από εκείνον τον Ινδό πλανόδιο ένα καλοκαίρι στο Μοναστηράκι και που παλιά δε το έβγαζες ποτέ. Λες και εκείνος ο δύστυχος μαζί με το μενταγιόν σου είχε δωσει δώρο και την πανούκλα της μετανάστευσης.
Στην αρχή μιλούσαμε συνεχώς, έκανα και μερικές αιτήσεις, αλλά στη πραγματικότητα δεν θα έβρισκα ποτέ τα αρχίδια να αφήσω τη σταθερότητα του εδώ για το εκεί. Για κανέναν. Ούτε καν για σένα. Σιγά σιγά οι κλήσεις αραίωσαν, τα Χριστούγεννα δεν ήρθες κι ούτε και εγώ ανέβηκα γιατί είχε πέσει πολύ δουλειά στο φροντιστήριο. Δε θυμάμαι ποιος έκανε την αρχή να εγκαταλείψει, αλλά τελικά ήταν μια κοινή απόφαση. Δεν κρατήσαμε επαφή. Το πρώτο καλοκαίρι δεν κατέβηκες. Μάθαινα από κοινούς γνωστούς. Ούτε το δεύτερο. Κάποιο συνέδριο στον Καναδά λέει. Σε είδα πριν λίγες μέρες να περπατάς στο δρόμο στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Πόνεσα λιγάκι αλλά χάρηκα. Τουλάχιστον το καλοκαίρι εκείνο, δεν ήταν το τελευταίο σου.

13.4.14

Η ομάδα μου

Καιρός είναι να μιλήσω για τον ποδοσφαιρικό μου έρωτα. Θυμάμαι ακόμα εκείνα τα απογεύματα του 1990-91 που ακόμα τότε μέναμε στο ενοίκιο, ακόμα τότε δεν είχε εμφανιστεί η αδερφή μου, ακόμα τότε υπήρχε ο πατέρας σαν καθημερινή φιγούρα και όχι σαν περιοδικός επισκέπτης στη ζωή μου. Θυμάμαι πως αποφάσισα να γίνω Λίβερπουλ κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα του 1990. Νοέμβρης πρέπει να ήταν. Το ανακοίνωσα στον πατέρα μου με περίσσια σοβαρότητα εκεί που ακούγαμε τα αποτελέσματα του ΠΡΟ-ΠΟ με το τραντζιστοράκι και λίγο πριν δούμε αθλητική Κυριακή. Ίσως το μοναδικό πράγμα που έκανα με τον πατέρα μου με περίσσια σοβαρότητα και χωρίς αποκλείσεις από τον πρώτο Σεπτέμβρη που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι και τον Φλεβάρη του 1995. Ε και το κάνουμε σχεδόν ακόμα και σήμερα μετά από διάλειμμα κάποιων χρόνων. Μια κοινή έξη, που με τα χρόνια έγινε γλώσσα επικοινωνίας. 

Ας γυρίσουμε όμως στο 1990-91. Τότε ήμουν και Ολυμπιακός. Έτσι μου είχε πει να είμαι. 2 χρόνια μετά θα γυρνούσα από το σχολείο Παναθηναϊκός. Κάτι που δεν θα άλλαζε ποτέ ξανά, κάτι που δεν καταλαβαίνει ακόμα και σήμερα. Όμως η Λίβερπουλ ήταν η πρώτη συνειδητή επιλογή μου. Αργότερα με γοήτευσε η Λιντς, η Νιουκάστλ του Σίρερ, η Άρσεναλ του Βενγκέρ, η περσινή Σουόνσι, αλλά ακόμα και σήμερα, έμεινα πιστός στην εντός νησιού αγάπη μου.

Μπορεί να μην είναι ποδοσφαιρικό μπαλέτο όπως η Μπαρτσελόνα, μια καλουκουρδισμένη μηχανή όπως η Μπάγερν, γεωμετρία στο χορτάρι όπως ο Άγιαξ, αλλά είναι η Ομάδα μου. Μια ομάδα που πάντα, είχε έναν αρχηγό και ένα σύνολο με το μαχαίρι στα δόντια έτοιμο να πολεμήσει. Πάντα ξεκινούσε σαν φαβορί και σχεδόν πάντα ενώ όλα αυτά τα χρόνια εντός συνόρων μας ξενέρωνε, κατάφερνε, ακόμα και στις χειρότερες χρονιές της να μου χαρίσει κάποια λεπτά ποδοσφαιρικής μαγείας. 

Όλες η Λίβερπουλ των τελευταίων 24 ετών ξεκινούσαν σαν φαβορί. Καμία δεν πήρε πρωτάθλημα. Δεν έχω δει την ομάδα ΜΟΥ να σηκώνει την κούπα του πρωταθλητή Αγγλίας. Φανταστείτε πως είναι να συνεχίζεις να υποστηρίζεις κάτι που μπορεί να σε απογοητεύει μια ζωή. Χμ, μέχρι σήμερα ίσως. Στη μοναδική χρονιά που δεν υπήρξε ψίθυρος περί πρωταθλήματος, έχει βαλθεί να διαψεύσει τους πάντες. Και σήμερα, δίνει τον πιο σημαντικό αγώνα της σύγχρονης Ιστορίας της. Απέναντι σε μια ομάδα χωρίς Ιστορία, φτιαγμένη με χρήματα. Είναι αστείο να μιλάς στο μοντέρνο ποδόσφαιρο για τις ταξικές καταβολές της ομάδας που ερωτεύτηκες, καταβολές που έμαθες πού αργότερα βεβαίως βεβαίως, αλλά αν θέλουμε να μιλήσουμε με χρηματικούς όρους, στο χορτάρι του Άνφιλντ σήμερα θα παίξει ο κόκκινος Δαβίδ, με το γαλάζιο Γολιάθ. 

25 χρόνια μετά την τραγωδία του Χίλσμπορο. Μια τραγωδία που έβαψε με πόνο και αίμα την ιστορία της ομάδας, μια χαλκευμένη ιστορία από την Μάργκαρετ Θάτσερ και την αστυνομία με 96 θύματα. 

Στις 15:37 λοιπόν το μεγαλύτερο ραντεβού με τον έρωτά μου. Έναν έρωτα που περίμενα 24 χρόνια. Τα λέμε εκεί!