Don Quixote

Don Quixote

30.5.16

3D


Σήμερα γύρω στις 21:15 το βράδυ περίπου, ένας από αυτούς τους ειδικούς που μετράνε την συναισθηματική φόρτιση (σίγουρα θα υπάρχουν ειδικοί και για αυτό), θα παρατηρήσει έκκριση τεράστιας ποσότητας ενέργειας σ' αυτό το άκρο της μεσογείου που βρίσκεται η χώρα μας. Η καρδιά του γεγονότος, αναμφίβολα, θα χτυπάει στο ΟΑΚΑ, όπου οι φίλαθλοι θα υποκλιθούν σε έναν πραγματικά μεγάλο. Μα τι λέω; Το ίδιο το άθλημα θα υποκλιθεί σε έναν από αυτούς τους "μοναδικούς" που το έκαναν αυτό που είναι. Το μπάσκετ, θα υποκλιθεί σε έναν από τους πατεράδες του, τον Δημήτρη Διαμαντίδη.



Πρόλαβα τον Γκάλη ελάχιστα, αλλά και πάλι, μιλάμε για ένα τελείως διαφορετικό άθλημα, ακούω μονάχα ιστορίες για τον Πέτροβιτς, τις πιο παλιές γενιές παιχτών δεν τις έχω δει καν να παίζουν και το ΝΒΑ είναι καλό για χαβαλέ, αλλά σίγουρα ποτέ δεν με συγκίνησε. Όπως δεν συγκίνησε ή δεν ταίριαζε στην μενταλιτέ του Διαμαντίδη, για αυτό και δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τον Ατλαντικό. Όπως έκαναν άλλοι και απέτυχαν. Ο Διαμαντίδης δεν είναι ένας σταρ, όπως πχ ο Σπανούλης. Δεν παντρεύτηκε κάποια σταρλετ, δεν έφυγε ποτέ από την ομάδα γιατί ένιωσε νούμερο 2, δεν απασχόλησε ποτέ με διαπραγματεύσεις συμβολαίων ή με μταγραφές. δεν τάισε εφημερίδες με σκάνδαλα, δεν υπήρξε υπεραθλητής. Ο Διαμαντίδης είναι πραγματικά τεράστιος. Γύρω του, χτίστηκαν αρκετές διαφορετικές ομάδες μπάσκετ, κι όμως, κατάφερνε σε όλες να είναι ο πρωταγωνιστής. 

Προπονητής στον αγωνιστικό χώρο, εμψυχωτής και αδερφός μέσα κι έξω από τα αποδυτήρια, έκανε μάγκες με τις πάσες του ένα σωρό άγνωστους σέντερ, εξασφαλίζοντάς τους πλουσιοπάροχα συμβόλαια, έκανε εκατομμύρια να σηκωθούν από τα καρεκλάκια τους σε κάποιο του τρίποντο, είτε με την εθνική, είτε με το τριφύλλι στο στήθος.

Δε με νοιάζει αν η σειρά θα πάει σε 5ο παιχνίδι. Δε με νοιάζει αν θα το σηκώσει μέσα στο ΣΕΦ, όπως πιθανότατα θα του ταίριαζε, με νοιάζει που απόψε δεν είμαι εκεί να χειροκροτήσω την τελευταία φορά που θα πατήσει το πόδι του στο ΟΑΚΑ και για αυτό, θα χάριζα και αυτή και μερικές άλλες κούπες. 

Ο Διαμαντίδης είναι το μπάσκετ, ο Διαμαντίδης είναι τα συναισθήματα που μας προσέφερε, είναι το 13 στη φανέλα, ο Διαμαντίδης είναι πολλές από τις αναμνήσεις μας, μα πάνω απ' όλα, στον ουδέτερο φίλαθλο, ο Διαμαντίδης είναι αυτή η αίσθηση κοσμικής δικαιοσύνης, αυτή μας η ανάγκη πως στο τέλος θα κερδίσουν οι καλοί -ακόμα κι αν ο ίδιος γινόταν που και που, όσο κακός απαιτούσε η περίσταση. 

Ο Διαμαντίδης, με το ήρεμο χωρίς συσπάσεις πρόσωπό του, με τα τρίποντα τις τελευταίας στιγμής, είναι εκείνο το "τέλος καλό, όλα καλά", που θα μας λείψει. Είναι η γενιά μας που σταματάει, είναι η αίσθηση εκείνη πως είμαστε φθαρτοί, πως λήγουμε. 


υγ: Σήμερα, πιθανότατα, είναι και το τελευταίο παιχνίδι ενός άλλου πολύ μεγάλου παίχτη, που ποτέ δεν έλαβε την προσοχή και το σεβασμό που του έπρεπε. Σήμερα το ΟΑΚΑ πιθανότατα αποχαιρετά και τον Αντώνη Φώτση και αξίζει κι αυτός αρκετή από τη λάμψη των προβολέων.




10.2.16

Άλλη μια μέρα

Άλλη μια μέρα να κάνουμε κηδείες και μνημόσυνα σ' αυτά που χάνουμε.
Άλλη μια μέρα στην άμυνα λες και δεν μπορούμε αλλιώς.
(Μπορούμε αλλιώς;)
Άλλη μια μέρα να κουνάμε μαντήλι σ' αυτούς και σ' αυτά που φεύγουν.
Άλλη μια μέρα χωρίς να καίει το τσιγάρο στα χείλη μας.
Άλλη μια μέρα που καιν' τα σωθικά μας αντ' αυτού.
Άλλη μια μέρα που θα μας πνίξει η νοσταλγία.
Τουλάχιστον επιβιώνουμε.
Παλιά θυμάμαι ορκιζόμουν πως θα τ' αλλάξω.
Παλιά θυμάμαι τ' ορκιζόμασταν.
Τώρα, μιλάω μ' εμένα και γελάω μ' αυτό.
Φοβάμαι πως σε λίγο θα το ξεχάσω.
Τουλάχιστον το γέλιο είναι μακροζωία.
Μακροεπιβίωση έπρεπε να το λένε.
Μου χει λείψει να γελάω χωρίς σκοτούρες.
Να γελάω με την ψυχή μου.
Μου χει λείψει να χω ψυχή.
Περισσότερο απ' όλα μου χει λείψει μια νίκη που να την πω δική μας.


Κι ακόμα περισσότερο με πειράζει που μέρα με τη μέρα το "εμείς" γίνεται θολό σαν το παλιόνερο που έμεινε από το σκούπισμα της Ιστορίας.
Τουλάχιστον απόψε κι εγώ θ' ανάψω ένα τσιγάρο.
Τουλάχιστον θα κάψουν τα χείλια μου.
Τουλάχιστον, πονάω ακόμα.
Τουλάχιστον.



30.12.15

15 για το 2015


































Μικρή Άννυ, Ζε σουί Σαρλί, Βαγγέλης Γιακουμάκης, Αμυγδαλέζα, Λαμπεντούζα, Κένυα, Νεπάλ,  Συρία, Ουκρανία, Ρωσία-Τουρκία κτλ κτλ

 Παίξαμε, κλάψαμε, πεισμώσαμε, προδοθήκαμε, απογοητευτήκαμε, χωρίσαμε κι ερωτευτήκαμε και θα τα κάνουμε ξανά και ξανά.

Είχα γράψει και παλιότερα: Κανένας άνθρωπος του μέλλοντος δε θα μας κοιτάξει με περιφρόνηση για κανένα μνημόνιο που δεν μπορέσαμε να αποτρέψουμε. Όλοι αυτοί, θα μας κοιτάνε με απορία για όλους αυτούς τους ανθρώπους που αφήσαμε να γίνουν τροφή στον πάτο της Μεσογείου. Για όλα τα παιδιά που δεν μπόρεσαν να γελάσουν, για όλες τις μανάδες που χάθηκαν, για όλο τον πόνο και τη δυστυχία που αφήσαμε σιωπώντας, να γίνεται ψαροτροφή.

Ας είναι το 2016 η αρχή. Ας ρίξουμε τους φράκτες. Ας μην είναι τα φαρμακονήσια, το Αουσβιτς της γενιάς μας.







30.11.15

Από-χαιρετώντας το Νοέμβρη.

Μ' αρέσει το σπίτι μου τώρα το χειμώνα ανακαινισμένο. Μου χρειαζόταν η ανακαίνιση. Λες και ήξερα πως θα χαθεί η δουλειά και πως θα περνάω πολλές ώρες σ' αυτό -ούτως ή άλλως περνάω πολλές ώρες σ' αυτό. Απλά αυτό το χειμώνα θα σπάσω κάθε ρεκόρ ιδρυματισμού. Και τα λεφτά θα μου χρειάζονταν αν ήξερα πως θα μείνω άνεργος -αλλά εντάξει, δεν μπορεί να τα έχουμε όλα. 

Πιο πολύ μου αρέσει όμως το ντους. Από κει που είχα μια μπανιέρα που δεν χωρούσα καν, βρέθηκε με υπερλούξ ντουζιέρα-καμπίνα που μπορώ να κάθομαι με τις ώρες και ν΄αφήνω το καυτό νερό να καθαρίζει το κεφάλι και το κορμί μου.

Πιο πολύ μου αρέσει όμως να γράφω μικρές ιστορίες στους ατμούς που φτιάχνει το ζεστό νερό πάνω στην καμπίνα.
 Ιστορίες που σβήνονται αμέσως μετά. 

Είναι κι αυτός ένας τρόπος να μιλήσεις για το θάνατο θαρρώ.

Χειμωνιάτικα, μέσα σε 60 τμ. Ή σε μια καμπίνα-ντους.



26.10.15

Οι δικοί μου άνθρωποι

Ελάχιστες φορές έχω γιορτάσει τη γιορτή μου με τον τρόπο που όλοι εσείς μπορείτε να το θεωρείτε. Αφενός, μικρό παιδί, η γιορτή μου ήταν κάτι δευτερεύον μπροστά στη γιορτή του παππού, κομπάρσος σε μια μέρα που άλλος ήταν ο πρωταγωνιστής, αφετέρου, μεγαλώνοντας επικράτησε το ιδεολογικό, ίσως κι αυτή η έμφυτη μελαγχολία που έχω σ' αυτά τα "μνημόσυνα" κι έτσι πάντα παραχωρούσα γιορτές, γενέθλια, Χριστούγεννα και Πάσχα, σε άλλους, που μπορούσαν να ακολουθήσουν το σενάριο. Σιγά δηλαδή να μην μπορούσα ποτέ να ταυτιστώ με έναν τύπο που με το κοφτερό του δόρυ σκότωσε έναν δράκο.

Οι ήρωές μου είναι τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους, είναι εργάτες με φαντασία και  αντισυμβατικές πόρνες, είναι διανοούμενοι που κατάλαβαν την εργατική τάξη καλύτερα από ότι θα μπορούσε και η ίδια να φανταστεί. Είναι οι  ποδοσφαιριστές του αουτσάηντερ που σκοράρουν στο 90' έχοντας γυρίσει την πλάτη στα συμβόλαια του φαβορί, είναι γιατροί στην Παλαιστίνη, νοσοκόμες στη Λέσβο και μαύρες νοικοκυρές σε λεωφορείο στην Αμερική. Ανήκουν στο παρελθόν, περπατάνε ανάμεσά μας, και δεν έχει ακουστεί καν το πρώτο τους κλάμα. Άραγε γιατί να μπαίνεις στη ζωή με ένα κλάμα;

Οι ήρωές μου, είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Οι δικοί μου άνθρωποι μου που είναι εδώ και παλεύουν, Παλεύουν σε μια κουκίδα στο χάρτη μου και σε μια επαφή στο σκάηπ. Όλοι τους ψάχνουν να αλλάξουν το εδώ και το τώρα, να κάνουν τον κόσμο μας, ένα μετεφηβικό καλοκαίρι, ή όπως αλλιώς έχει φανταστεί ο καθένας την Ουτοπία του. Δεν μιλάνε για άλλες ζωές και δεύτερες ευκαιρίες. Πιάνουν την ευκαιρία από τα μαλλιά, ή παρατηρούν από τη γωνία καταγράφοντας. Πάντως κανένας τους δεν είναι έρμαιο.

Οι δικοί μου άνθρωποι με κάνουν περήφανο αυτές τις γιορτινές μέρες. Γιατί όπου κι αν είναι, σηκώνουν το τηλέφωνο, στέλνουν μερικές λέξεις, μερικές ανάσες, με παίρνουν μια αγκαλιά. Οι φίλοι μου. Αυτό είμαι στη γιορτή μου.

21.9.15

Κυριακή στο χωριό (πρόβες θανάτου)



Πήγα και γω από το Σάββατο να ψηφίσω. Την Κυριακή το μεσημέρι την πέρασα στο χωριό. Εκεί άκουσα μια ιστορία από τον πατέρα μου, απότοκο μιας νοσταλγίας που κουβαλά μαζί της ο ερχομός της συνταξιοδότησης. Πριν συνεχίσω, να προσθέσω πως παρά το τεράστιο μέγεθος της αυτοκαταστροφής που κουβαλάνε και τα 2 σόγια, δεν νομίζω πως θα πάψουν ποτέ να με εκπλήσσουν οι νέες πληροφορίες που  μαθαίνω. Απλά θα μου εξηγούν κάπως, κάποιες δικές μου συμπεριφορές.

Έμαθα λοιπόν πως ο προπάππους μου, κάποια στιγμή κουράστηκε να ζει, οπότε κάθε απόγευμα πήγαινε στο νεκροταφείο του χωριού και έσκαβε τον τάφο του. Κυριολεκτικά. Έμπαινε μέσα και μετρούσε. Απόγευμα το απόγευμα. Για κάποιον λόγο, έπαιρνε μαζί και τον πατέρα μου. Μέχρι που τον έφτιαξε. Με μάρμαρα και όλα. Είχε έτοιμο και κουτί.

Όταν πέθανε, μια δεκαετία μετά και έναν μήνα ακριβώς μετά το θάνατο της προγιαγιάς μου, δε χρειάστηκε να γίνει μεγάλη βαβούρα. Απλά τον ξανάνοιξαν και τον τοποθέτησαν δίπλα στη γριά του που είχε θαφτεί πρώτη και που ποτέ κανένας δεν την άκουσε να δηλώνει κουρασμένη."Είχε προνοήσει είπαν".

Εγώ κατάλαβα, πως ένας άνθρωπος, για χρόνια ολόκληρα, ξάπλωνε στο ζεστό του στρώμα ή στο παγωμένο χώμα κάνοντας πρόβες θανάτου. Ένας άνθρωπος, στον αυτόματο πιλότο, περιμένοντας να φτάσει στο τέρμα. Μια σημερινή κοινωνία ξαπλωμένη στον καναπέ να περιμένει την κατάρρευση. Μια Πομπηία ολάκερη να παρακαλάει το ηφαίστειο να σκάσει.

Μια Δευτέρα μετά τις εκλογές.


6.9.15

Το τραυματισμένο καλοκαίρι μας

Ήταν το καλοκαίρι της αμφιθυμίας. Ξεκίνησε αναμφίβολα με υποσχέσεις, πολλές περισσότερες απ’ όσες ένα καλοκαίρι του 21ου αιώνα μπορούσε να προσφέρει και κατέληξε συντετριμμένο σε κάποια γωνία να μαζεύει τα κομμάτια του.

 Μαζί του για άλλη μια φορά και μεις. Φορώντας την αμφίεση του ηττημένου. Μια αμφίεση που είμαστε σίγουροι πως την είδαμε να καίγεται, αλλά τελικά όχι. Και μετά πως γίνεται να μην σε πλημμυρίσει η αμφιβολία;

 Ειδικά αν ήσουν πάντα αισθηματίας, ένα αμφίβιο της εποχής, ανέπνεες στον έρωτα, στην ουτοπία και υποκρινόσουν ζωή στην καθημερινότητα. Στους δρόμους και στα αμφιθέατρα. Όσο κι αν, αναμφισβήτητα, «τα  ηττημένα μας βράδια ήταν φυσικά περισσότερα από τα θριαμβευτικά πρωινά», είχες πια κερδίσει το δικαίωμα της μέρας της μαρμόττας. 

Να προσπαθείς μέσα στο πλαίσιο, μέχρι να το γκρεμίσεις αμφισβητώντας συνεχώς τα πάντα, μαζί και σένα. Δεν ήταν πάντα αμφίδρομο, κι έτσι φοβήθηκες πολλές φορές –ποιος δε θα φοβόταν άλλωστε; 

Όμως να σαι σίγουρος, πως κάθε φορά που αμφιταλαντευόσουν και έγερνες προς τη σωστή κατεύθυνση, γεννούσες όλα εκείνα που θα μας φέρουν καλοκαίρια, περήφανα για τη φωτιά που κουβαλάνε. Εκείνη που σου καίει τον αμφιβληστροειδή. Εκείνη που θα κάψει κάθε τι αμφιλεγόμενο.