Don Quixote

Don Quixote

14.3.14

Fake, plastic, spring

Δεν μπορεί να έρχεται η Άνοιξη όταν σκοτώνονται παιδιά, αυτό εκεί έξω σήμερα ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν ένα κατασκεύασμα από ήλιο και ζέστη που χάθηκε μόλις έπεσε το φως. Τόσο άντεξε. Τα δέντρα δεν έχουν ανθίσει, βερμούδες δε φοράμε, οι αυτόχειρες δεν αυτοκτονούν από ματαιωμένους έρωτες και τα γυαλιά ηλίου κρύβουν ποτάμια. Δάκρυα. Φίλοι σε χαιρετάνε και δεν ξέρεις πότε θα τους ξαναδείς, έμεινε ένα σκάιπ, ένα κινητό, 2-3 λάικ και ένα σκυμμένο κεφάλι. Κι ο ύπνος μας; Κι αυτός έχασε την ηρεμία του, την ξεκούραση. 

"Την άνοιξη αν δεν την βρεις τη φτιάχνεις", έλεγε με στόμφο ο μεγάλος. Μεγάλη κι η σιγουριά του. Πως να τη φτιάξω ρε γαμώτο που δεν έχω τα υλικά; Τόσο αίμα τίποτα δεν πότισε; Τόσο ξερός αυτός ο τόπος; Κοιτάω τους ανθρώπους στην καρωτίδα, να δω αν είναι ζωντανοί, αν πάλλεται από οργή, αν χτυπάει η καρδιά ή αν ζουν με κείνη τη σαχλή υπόσχεση του αύριο. Μαστίγιο και καρότο. Περισσότερο μαστίγιο και υπόσχεση καρότου για να είμαι ακριβής. Τέτοιες μέρες δεν με παίρνει να είμαι και τίποτα λιγότερο. Θέλω να ξέρω που ακριβώς πατάω αν και δεν ξέρω την τύφλα μου. 

Έχουν χαθεί και κείνες οι συνωμοτικές ματιές με τους φίλους, η βεβαιότητα της νίκης, Πόσο καιρό έχουμε να μιλήσουμε για νίκη; Πόσο καιρό έχουμε να βγούμε στο δρόμο και να ξέρουμε πως ο ένας θα πιάσει τον άλλο, που είμαστε τραβηγμένοι σ' όλες τις άκρες του χάρτη; 

Ναι, υπάρχουν οι άλλοι. Αυτοί που τους κοιτάς με θαυμασμό. Αυτοί που ζουν για να δημιουργούν τις εικόνες του μέλλοντός τους. Αυτοί που με νοσταλγία για αυτές τις εικόνες σκάνε βίαια στην πραγματικότητα και την κάνουν θρύψαλα. Αυτοί που θα σκάσουν πάνω σ' αυτή την πλαστική άνοιξη και θα την κάνουν κομμάτια. Αυτοί που κουβαλάνε μέσα τους τους σπόρους για τα πιο όμορφα λουλούδια. 

Σε μασάω λοιπόν ψευτοάνοιξη, όπως μασούσα τα καπάκια όλων των στυλό των παιδικών μου χρόνων, σε μασάω και σε φτύνω και φορώντας ακόμα τα χειμωνιάτικα, πάω να παίξω μπάλα. Και που ξέρεις, ίσως κανένα σουτ μας, σπάσει επιτέλους τη σιωπή.