Don Quixote

Don Quixote

2.3.14

Βαριά, ρημάδια...


Είναι που ζούμε σε έναν άδικο και σκληρό κόσμο. Αφενός σου δημιουργεί τα σημάδια, αφετέρου σου δένει τη γλώσσα και δε μπορείς να φωνάξεις για αυτά. Κάτι νύχτες σαν τις σημερινές το να καταφέρεις να τις ξημερώσεις ακέραιος, θα έπρεπε να αποτελεί παράσημο. Να ξημέρωνε η μέρα και να σε βράβευαν, όχι πολλές φιοριτούρες κι ανοιχτά πράγματα, έτσι, μια σεμνή τελετή, όχι τίποτα άλλο για να μπορέσεις να βρεις το κουράγιο να αντιμετωπίσεις την επόμενη τέτοια νύχτα. Πως με κοιτάς έτσι κυρία μου, δεν ζήτησα ούτε ένσημα, ούτε επίδομα βαρέων και ανθυγιεινών. Ένα τόσο δα μικρό μπράβο, να το μαζέψω στο κουτάκι με τα πολύτιμα πράγματα και να το κοιτάζω όταν κόβονται τα γόνατα. Μανία που έχουν και δαύτα, να κόβονται στις πιο ακατάλληλες στιγμές, εκεί που πρέπει να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων, εκεί που πρέπει να σε βγάλουν ασπροπρόσωπο, εκεί σε προδίδουν. Και άπαξ και το κάνουν μια φορά, δεν έχει επιστροφή, ούτε φυσικά μπορείς και να τ' αλλάξεις, 

Πάει, θα σε απογοητεύουν στα μεγάλα ραντεβού της ζωής και θα πρέπει να μάθεις να ζεις μ'αυτό, λιγότερο καμαρωτός, λίγο πιο σκυφτός, λιγότερο ήρωας, περισσότερο κομπάρσος. Κάτι αποφάσεις που πήρες, κάτι άλλες που δεν πήρες, αλλά στην πραγματικότητα κάτι πράγματα που άφησες μισά, κάτι αντίο που άφησες στο αντί (το ο έμεινε τρύπα μέσα σου), κάτι πράγματα που τα ξέρει μόνο το μαξιλάρι σου, ένα μαξιλάρι που το χεις εκνευρίσει τόσο πολύ που πια δεν ταιριάζει ούτε αυτό στην αγκαλιά σου. 

Άσε σου λέω, μεγάλη μαγκιά που τα ξημερώνουμε τα συγκεκριμένα βράδια. Κι αν θες να ξέρεις, τις αμυχές στα κομμένα γόνατα εγώ θα τις μετράω για παράσημα. Γιατί μπορώ!