Don Quixote

Don Quixote

6.3.13

Ένας ακόμα αριθμός




Σηκώθηκε με κακή διάθεση. Δε θυμόταν πότε είχε σηκωθεί τελευταία και να χαρεί που ξημέρωσε. Οι μέρες κυλούσαν αργά, σε αντίθεση με το χρόνο που κυλούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ετσι τουλάχιστον έμοιαζε..Πως πέρασαν τόσα χρόνια μέσα στην ίδια ατέλειωτη μέρα; Θυμόταν τότε που έκανε όνειρα για ταξίδια, για νύχτες χαράς και δημιουργίας, για έρωτες, για ζωή. Τώρα προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα σε μια χρονική λούπα που κάθε μέρα, ήταν το διαστρεβλομένο αντίγραφο της προηγούμενης. Επιβίωση, μετρούσε και ξαναμετρούσε κέρματα και χαρτονομίσματα και έκανε διαιρέσεις υπολογίζοντας, προσθέτοντας λογαριασμούς κι αφαιρώντας ανάγκες. Έτσι κλείνονταν πιο πολύ σπίτι του. 

Οι φίλοι του είχαν καιρό να τον δουν, κάποιοι είχαν ξεχάσει και την ύπαρξή του μέσα στα καθημερινά προβλήματά τους. Οι περισσότεροι παντρεύονταν σε μια προσπάθεια να μοιραστούν τα έξοδα. Εξαιρετικά συντηρητικά αντανακλαστικά. Η κρίση θέριζε εκεί έξω, και τον ενοχλούσε το χωρίς. Χωρίς χρήματα, χωρίς γη, χωρίς σπίτι και ηλεκτρικό ρεύμα σύντομα, χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδα, χωρίς φωνή. Μια χώρα που είχε επιλέξει τον ομαδικό τρόμο, και ενώθηκε μόνο για να σιωπήσει, ένδοξοι απόγονοι των εκάστοτε ραγιάδων της Ιστορίας.

Το μόνο που μεγάλωνε καθημερινά, ήταν το μίσος προς το ξένο, προς το διαφορετικό, προς το φτωχό και το αδύναμο, λες και αυτό θα "κολλούσε" την ήδη άρρωστη κοινωνία μας. Μιάσματα που δε θέλαμε να τους μοιάσουμε, λες και εξαφανίζοντάς τα, θα εξαφανίζαμε αυτό που με μαθηματική ακρίβεια είναι το μέλλον μας. Και έτσι, ξεπήδησαν σα μανιτάρια μετά από πυρηνική έκρηξη μπλε σημαιούλες σχεδόν σε κάθε μπαλκόνι, απότοκα ενός άρρωστου συλλογικού υποσυνείδητου, μιας πλαστής Ιστορίας και μιας νόθας εθνικής περηφάνιας.

Μέτρησε για άλλη μια φορά τα λεφτά του, έψαξε σε συρτάρια, μπουφάν, κάτω από το κρεβάτι, οπουδήποτε. Συγκέντρωσε όσα είχε τέλος πάντων και κατέβηκε στην αγορά. Αγόρασε την πιο μεγάλη γαλανόλευκη που μπόρεσε να βρει.Ήταν η κατάλληλη για αυτό που χρειαζόταν. Έδειχνε ευτυχισμένος βγαίνοντας από το μαγαζί. Δυο μέρες μετά τον βρήκαν οι δικοί του κρεμασμένο στη σημαία. Είχαν κάπως αντιστραφεί οι όροι σε μια παράξενη ειρωνεία. Ήταν 34, και ήταν ένας ακόμα αριθμός στα θύματα της κρίσης.







Σημείωση:

Καταλαβαίνεις πως τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο άσχημα, όταν παράγωγα της κρίσης, δεν είναι ο θυμός, η οργάνωση, η αντίδραση, η εμπνευση για κάτι νέο, αλλά πολλαπλασιαζόμενες μπλε σημαίες στα μπαλκόνια, μπάσταρδα παιδιά μιας κακής εποχής και ενός βιασμού στον οποίο επιλέγουμε να μείνουμε σιωπηλοί, ελπίζοντας πως ο νταβατζής μας, κάποια στιγμή θα μας σώσει.