Don Quixote

Don Quixote

20.11.12

Μια ιστορία του δρόμου

Κλείστηκε στο σπίτι και άνοιξε το λαπτοπ για να συνδεθεί με τον έξω κόσμο. Τόσο αντιφατικό σαν πρόταση που αρνούμαι να τη σχολιάσω περαιτέρω. Απασχολήθηκε κανενα τρίωρο. "Να αυγατίζει το μεροκάματο", έλεγε. Στην πραγματικότητα το "μεροκάματο" ήταν ένα 15ευρο που του δινε η μάνα του, εδώ και 3 χρόνια που ήταν άνεργος δηλαδή, τα 2/3 του οποίου τα "επένδυε" καθημερινά σε ποδοσφαρικά στοιχήματα, και το υπόλοιπο ήταν ο καπνός, ο καφές ή η μπύρα του. Προφανώς και τις περισσότερες φορές οι "επενδύσεις" του δεν απέφεραν τα αναμενόμενα, αλλά και όταν το έκαναν, κανένα μπουκάλι σε κανένα σκυλάδικο κι αυτό ήταν.

Κοπενχάγη, Ελσίνκι, Μονακό. Όχι, δεν είχε ταξιδέψει ούτε ήταν και ονειρικοί προορισμοί. Ομάδες που είχε χάσει στο στοίχημα ήταν και τις μισούσε θανάσιμα. Ότιδήποτε ξένο το μισούσε. Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ του κι ούτε ήθελε. Έτσι δεν καταλάβαινε και κείνους τους ξένους που χαν έρθει στη γειτονιά του. Γιατί δεν κάθονταν σπίτι τους; Ο κύριος Γιώργος του είπε πως αυτοί φταίνε που δεν έχει δουλειά. Ο κύριος Γιώργος ξέρει, είναι δικηγόρος. Δε μπορεί να μη δε ξέρει. 

Κοπέλα δεν είχε. Ας είναι καλά οι πουτάνες. Ελληνίδες όμως. Μη κολλήσει τίποτα από τις βρωμιάρες τις άλλες. Και για κει η μάνα του έδινε. 32 χροννών μαλάκας. Από φίλους; 2-3 σαν κι αυτόν, θα μπορούσαν να είναι αδέρφια του, από μια άλλη οικογένεια όμως, που ο πατέρας του δεν είχε φύγει με τη Ρωσιδα, αλλά που καθόταν στο σπίτι, στην ωραία του οικογένεια, και όποτε είχε πρόβλημα στη δουλειά ή έχανε η ομάδα θα κατέβαζε τα μούτρα της μάνας του, ή οτιδήποτε άλλο, αρκεί την Κυριακή να τρώγανε στο ίδιο τραπέζι, και μετά να τον πήγαινε για μπάλα. Άλλωστε γυναίκα ήταν, ένα χεράκι ξύλο που και που καλό έκανε. Γιαυτό πάντως μισούσε τους ξένους. Είχαν έρθει, του πήραν τον πατέρα και τη δουλειά.

Κανένα βράδυ έβγαινε καμιά βόλτα με τους άλλους, κι αν έβρισκε κανέναν καργιόλη τον κυνηγούσε. Άμα δε ήταν και "εξοπλισμένοι" του την πέφτανε και πιο άγρια. Να μάθει. Μας παίρνουν τις δουλειές μας παίρνουν και τις γυναίκες. Και τα ζώα τα μισούσε, ίσως επειδή δεν είχε ποτέ του, ίσως επειδή αυτά έπαιρναν χάδια που αυτός δε θα παιρνε ποτέ. Όλα τα μισούσε βασικά. Και η ζωή κυλούσε μέσα στη γενικότερη μιζέρια της εποχής, χωρίς αυτός να αντιλαμβάνεται ή να θέλει να αντιληφθεί περισσότερα. Τις επιλογές του τις είχε κάνει, όταν άφηνε τις καταστάσεις να επιλέξουν για αυτόν, όταν "παραδίδονταν" στην ευκολία του πρώτου πράγματος που έβλεπε μπροστά του.

Έτσι, όταν μια μέρα περπατούσε, επέλεξα σα συγγραφέας να "αφήσω" μια γλάστρα από τα χέρια μια γηραιάς κυρίας  και να κόψω το νήμα της μίζερης ζωής του, δε νομίζω πως έκανα κακό σε κανέναν. Ίσα ίσα μερικοί μετανάστες σιωπηρά θα με ευγνωμονούσαν τα βράδια αν ήξεραν. Μόνο στη μάνα του έλειψε, αλλά κι αυτή μεταξύ μας ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της, και λίγο καιρό μετά, στη καινούρια της γειτονιά, απολάμβανε την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού της. Δεν ήταν η γυναίκα, η μάνα ή η κόρη κάποιου. Ηταν αυτή.

Μακάρι βέβαια να ήταν τόσο εύκολο να σβήσουμε μια τέτοια ιδεολογία που τη γεννά ένα κυρίαρχο σύστημα ξένο προς εμάς, αλλά για να το κάνουμε, το πρώτο βήμα είναι να κατανοήσουμε τα τρωτά της, και να ξεχωρίσουμε το γάιδαρο από το σαμάρι πριν είναι πολύ αργά... Καληνύχτα σας!