Don Quixote

Don Quixote

21.7.15

Το καλοκαίρι που συρρικνώθηκε περιμένοντας




Δεν ένιωσα ποτέ "Έλληνας" με την έννοια του να ταυτιστώ με κάποια κατορθώματα κάποιων άλλων που ξεπερνούσαν τη γενιά των παππούδων μου, δεν λάτρεψα ποτέ μου καμιά σημαία και κανέναν σταυρό, ενώ τον ύμνο προς την ελευθερία μπορώ μόνο ως ποίημα να τον δω κι όχι ως κάποια ομπρέλα που μας χωράει όλους συλλήβδην, θέλουμε δε θέλουμε και χωρίς να ερωτηθούμε, ενώ αποκλείει άλλους, πάλι χωρίς να τους ρωτήσει ποτέ κανείς. Το μπλε και το άσπρο με συγκινούν μόνο στον ουρανό και τη θάλασσα. Βέβαια, ήμουν τυχερός που το βρήκα ως κάτι δεδομένο από το σπίτι (κατά το ήμισυ έστω) κι όχι ως κάτι που θα έπρεπε να το ζυγίσω και να το ξεπεράσω.

Ακόμα και σήμερα λοιπόν, αν κάποιος με ρωτήσει τι είναι για μένα Ελλάδα, το μόνο που μπορώ να πω είναι: Το καλοκαίρι της. Η απόλυτη ελευθερία που σου δίνεται να απλώσεις τον υπνόσακο ή την αιώρα σου και να μετρήσεις αστέρια, να ακούσεις τον παφλασμό των κυμάτων, να επιβιώσεις με λιγότερα από τα απαραίτητα, να στήσεις από το πουθενά, μικρές, εποχιακές, πλήρως λειτουργικές αυτόνομες κοινότητες, να κάνεις τη  βόλτα σου με ένα κουτάκι μπύρας από το σούπερμαρκετ ή να κλωτσήσεις μια διερχόμενη μπάλα σε μια πλατεία ή ένα δημοτικό, νιώθοντας ξανά παιδί, επιστρέφοντάς τη στα παιδιά. Να ζήσεις τόσο όσο. Να επιστρέψεις χωρίς χρονομηχανή στο πατρικό ή στο σπίτι των παππούδων και πάλι χωρίς χρονομηχανή να ρίξεις ματιές στο μέλλον.

Μόνο που το τελευταίο τώρα πια δεν ισχύει. Το φετινό καλοκαίρι, αυτό που ξεβράζει πτώματα προσφύγων στο Αιγαίο, αυτό που σβήνει αυταπάτες, αυτό που καίει τα δέντρα που θα κρεμούσαμε τις αιώρες μας (και κείνα τα άλλα που θα κρεμούσαμε τους φασίστες), που μυρίζει αριστερά δακρυγόνα και δεξιό ολοκληρωτισμό, ανεργία και μετανάστευση, κοκτέηλ του δεκάευρου και κυριακάτικα ψώνια,  που μαθαίνει ανώτερα μαθηματικά στους φίλους και στους συγγενείς (εσύ έχεις γίνει εξπέρ από καιρό) για να υπολογίσουν λογαριασμούς, για να επιβιώσουν, που ήταν ανυπόφορα κρύο και υγρό στην αρχή και τώρα καυτό σαν κόλαση, αυτό το καλοκαίρι μειώνει το ζωτικό μου χώρο, μειώνει αυτό που εγώ λέω Ελλάδα.

Αλλά αν με ρωτήσεις τελικά, θα σου πω πως κάτι άλλαξε. Μπορεί να 'ναι ένα χέρι που σε κρατάει γεμάτο τρυφερότητα, μπορεί μια φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, ένα μήνυμα στο σκάιπ ή στο βάημπερ, ένα δέμα μ' ένα βιβλίο ή ένας λουκουμάς μισός μισός που ποτέ δεν πήρατε.  Και τότε λες: Εμείς θα τον φτιάξουμε τον κόσμο μας, όσα καλοκαίρια κι αν χρειαστεί να θυσιάσουμε, το χρωστάμε σ' όλους εκείνους που θυσιάστηκαν για αυτό το γαμημένο κάτι που ποτέ δεν έρχονταν. Το χρωστάμε σ' εμάς. Το χρωστάμε σ' εκείνο το χέρι που θα μας δείξει ξανά τη μεγάλη άρκτο και τότε, ναι, θα μπορούμε να μιλάμε χωρίς φόβο, χωρίς ντροπή για το μέλλον.