Don Quixote

Don Quixote

24.4.14

Το τελευταίο καλοκαίρι

«Το τελευταίο καλοκαίρι μου». Το έλεγες λες και είχες κάποια συναίσθηση πρόσκαιρου θανάτου, σα γέρος στο νεκροκρέβατό του που ξέρει πως αυτή θα είναι η τελευταία οικογενειακή μάζωξη και παρατηρεί με μάτια βουρκωμένα γνωρίζοντας πως ο συρμός κάνει όπου να ‘ναι τέρμα κι αυτός θα πρέπει να κατέβει.



Ήταν ωραίο καλοκαίρι ομολογουμένως. Με τα ξενύχτια του, τα ποτά του, κάτι ατσούμπαλες βραδιές που ανακαλύπταμε ξανά την ηδονή και τους λόγους που έχει χυθεί τόσο μελάνι για πάρτη της, κάτι σαββατοκύριακα που παίρναμε το μηχανάκι και τη σκηνή και χανόμαστε από προσώπου γης. Είναι πολύ περίεργο συναίσθημα να ξέρεις πως ουσιαστικά έχεις μια σχέση με ημερομηνία λήξης, μια ημερομηνία που δεν την έβαλες εσύ ή η φυσιολογική φθορά αλλά η οικονομική κατάσταση της χώρας. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού που με τόσο στόμφο διατυμπανίζουν οι κοινωνικοί επιστήμονες, είχε έρθει να χτυπήσει και τη δικιά μας πόρτα.
Κι όπως όλα τα ωραία, πέρασε γρήγορα το καλοκαίρι. Ένας φεύγει, ένας μένει. «Θα το δούμε πως θα πάει», μου είπες, «θα μιλάμε συνέχεια, να ‘ναι καλά το skype, θα αρχίσω και εγώ να κάνω αιτήσεις για κει και μετά τον Ιούνη θα ανέβω», σου είπα. Μεγαλύτερα λόγια από ότι έπρεπε, αλλά ένιωθα πως το απαιτούσε η στιγμή, ε και πάντα ήμουν έρμαιό της. 1η Οκτώβρη, ένα παλιάμαξο φορτωμένο με μισή ζωή (δική σου) στο λιμάνι της Πάτρας με προορισμό αρχικά την Ανκόνα και άλλο ένα ταξί να παίρνει το δρόμο της επιστροφής για το κέντρο με την υπόλοιπη μισή (δική μου).
Μετανάστης. Και δη οικονομικός. Φορτίο τεράστιο αυτή η λέξη. Εμείς δε θα έπρεπε να ζήσουμε έτσι. Εμείς κάναμε όνειρα για άλλα πράγματα μεγάλα, γελούσαμε στα μούτρα της μιζέριας και τα ταξίδια μας ήταν στο χώρο και στο χρόνο. Εμείς λέγαμε πως θα φτιάξουμε την Ιστορία και δε θα την αφήσουμε να μας καταπιεί. Αυτά σκεφτόμουν καθώς έμπαινα στο σπίτι. Βρήκα σκουπίζοντας πίσω από το κρεβάτι το παλιό σου μενταγιόν από κεχριμπάρι, που 'χες πάρει από εκείνον τον Ινδό πλανόδιο ένα καλοκαίρι στο Μοναστηράκι και που παλιά δε το έβγαζες ποτέ. Λες και εκείνος ο δύστυχος μαζί με το μενταγιόν σου είχε δωσει δώρο και την πανούκλα της μετανάστευσης.
Στην αρχή μιλούσαμε συνεχώς, έκανα και μερικές αιτήσεις, αλλά στη πραγματικότητα δεν θα έβρισκα ποτέ τα αρχίδια να αφήσω τη σταθερότητα του εδώ για το εκεί. Για κανέναν. Ούτε καν για σένα. Σιγά σιγά οι κλήσεις αραίωσαν, τα Χριστούγεννα δεν ήρθες κι ούτε και εγώ ανέβηκα γιατί είχε πέσει πολύ δουλειά στο φροντιστήριο. Δε θυμάμαι ποιος έκανε την αρχή να εγκαταλείψει, αλλά τελικά ήταν μια κοινή απόφαση. Δεν κρατήσαμε επαφή. Το πρώτο καλοκαίρι δεν κατέβηκες. Μάθαινα από κοινούς γνωστούς. Ούτε το δεύτερο. Κάποιο συνέδριο στον Καναδά λέει. Σε είδα πριν λίγες μέρες να περπατάς στο δρόμο στην αγκαλιά κάποιου άλλου. Πόνεσα λιγάκι αλλά χάρηκα. Τουλάχιστον το καλοκαίρι εκείνο, δεν ήταν το τελευταίο σου.