Don Quixote

Don Quixote

5.7.13

2004 παραληρήματα.

 Στα γήπε(ρ)δα η Ελλάδα αναστενάζει. 9 χρόνια από το "θαύμα" της Πορτογαλίας και νιώθω πως έχουμε γυρίσει πίσω αιώνες. Ένα γιούρο, κάτι Ολυμπιακούς και μια Γιουροβίζιον ένα χρόνο μετά. Τόνους εθνικής περηφάνιας που συνοψίστηκαν σ' ένα "δε θα γίνεις Ελληνας ποτέ Αλβανέ, Αλβανέ" κι ας ήταν ο Αλβανός εργάτης, ο Ρώσος Ολυμπιονίκης, ο Γερμανός αν θες ακόμα ακόμα (με σιχαίνομαι λίγο αυτή τη στιγμή)  προπονητής που σου φούσκωσε την περηφάνια. Αυτός και κάτι ντόπες made in Korea, κάτι πτώσεις γιαπωνέζικων μηχανών και κάτι ζέπελιν από τη μαμά Η.Π.Α. Τόνους Ελληνικής υπερηφάνιας που έξαργύρωσες κατουρώντας αγάλματα στην Πορτογαλία και μαχαιρώνοντας μετανάστες στην Ομόνοια. Πάντα ήσουνα Ρατσιστής μπαγασάκο, ακόμα κι όταν η κοιλιά ήταν γεμάτη, ρατσιστής μ' αυτόν που σου θύμιζε τη βρωμιά από την οποία σηκώθηκες. Μια βρωμιά που προσπαθούσες συνεχώς να κρύψεις σε βαριά πατσουλί αρώματα και ακριβά αμάξια. Κατανάλωνες με μανία ότι σκουπίδι βρίσκονταν μπροστά σου, χωρίς κανένα μέτρο, χωρίς καμία αισθητική. Προσπαθούσες να μοιάσεις στα αφεντικά σου, γιατί πάντα ένιωθες σκλάβος, αυτό δε μπόρεσες ποτέ να το αποτινάξεις από πάνω σου, στο κάτω κάτω σε βόλευε, γιατί δε θα χρειαζόταν ποτέ να δώσεις τη λύση, άλλη θα την έδιναν για σένα. Έκανες τη Μύκονο Ίμπιζα, την Αράχωβα Σεν Τροπέ, δε σεβάστηκες τη φύση, το χώμα και την Ιστορία αυτής της χώρας, προσπάθησες να φτιάξεις μια άλλη λιγδιάρη αναξιοπρεπή σιχαμένε. Μέχρι και πολιτική απέξω αγόρασες. Τίποτα δικό σου. Κατανάλωνες τα σκουπίδια των άλλων και ξέχασες να παράγεις. Οι ευρωπαικές επιδοτήσεις γίναν τζιπ και Βουλγάρες, οι παχυλοί μισθοί σε ανεπτυγμένο εισαγώμενο νόμισμα, σπουδές σε ανεπτυγμένες χώρες, εισαγόμενες γκόμενες και μετανάστριες από τις Φιλιππίνες για να καθαρίζουν τα ελληνικότατα σκατά σου και αυτά των παιδιών σου. Μεγάλωσες μια γενιά σαν τα μούτρα σου, υπερκαταρτισμένη, χωρίς δράμι όμως παιδείας, χωρίς γνώση Ιστορίας, χωρίς μνήμη. Και τώρα που ξυπνάς από το όνειρο και βλέπεις πως βρίσκεσαι πάλι στα γόνατα ξαναγίνεσαι το πιστό σκυλάκι που πάντα ήσουν, να ζήσεις εσύ, να πετάξουν σε σένα το κόκκαλο και δεν πειράζει, αν πεθάνει αυτός, θα βρούμε καινούριο γείτονα. Σου φταίει ο μετανάστης, πιστεύεις πως αν τον εξαφανίσεις δε θα φτάσεις να γίνεις αυτός, ποιος ξέρεις μπορεί να εξαφανίζεις και τον ανταγωνισμό στον κάδο σκουπιδιών. Και κάθεσαι και παρατηρείς τα παιδιά σου, άβουλα, με βλέμμα αγελάδας να ψάχνουν τον επόμενο σωτήρα. Στην τελική αντάλλαξες ένα Γιούρο και κάτι Ολυμπιακούς με μια γενιά που θα ζήσει ζωή σε δόσεις. Πολύ καλή ανταλλαγή.


Καλύτερα μιας ώρας στη Μύκονο ζωή,
παρά 40 χρόνια ζωή αξιοπρεπή....