Don Quixote

Don Quixote

13.3.12

Αλληλεγγύη


                                       
Είχε ξυπνήσει νωρίς, αλλά τι λέω, σάμπως είχε κοιμηθεί και καθόλου; Μεγάλο άγχος, τόσο μεγάλο που το μικρό δυάρι (μεγάλο χιούμορ ο ιδιοκτήτης για να χαρακτηρίζει δυάρι αυτή την τρύπα-αλλά για δυάρι το χρέωνε, δυάρι το έλεγε) δε μπορούσε με τίποτα να χωρέσει. Αλλά ακόμα και αν αυτό το βάρος δραπέτευε από το σώμα της και τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού, θα έβρισκε στους άλλους, τους εξωτερικούς, της πόλης φυλακής, προσεκτικά σχεδιασμένης να διαλύει οποιαδήποτε σκέψη περί ελευθερίας, περί απόδρασης. Οργάνωση. Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένη ζωή και το τρίπτυχο, δούλευε-κατανάλωνε-ψόφα, αλλά κυρίως ΣΚΑΣΕ. Σκύψε το κεφάλι και προχώρα, και προπαντώς, ΜΗ ΓΕΛΑΣ. Πόσο της είχε λείψει ένα αυθόρμητο γάργαρο γέλιο, σαν και αυτά που βγαίνουν κατευθείαν απο τη ψυχή! Μια ψυχή που έιχε μαυρίσει σαν τα πνευμόνια της, από τη σκληρή καθημερινότητα της μεγαλούπολης και τη βία που έσκαγε στα μούτρα της κυριολεκτικά ή μεταφορικά, άλλοτε με τη μορφή δακρυγόνου ή κλομπ και άλλοτε με την απειλή απόλυσης ή μιας ληστείας.Κι άλλα πολλά, πιο τρομακτικά.Ωραίο μέρος για ζωή. Προσπαθούσε όμως να ελπίζει. Είχε γνωρίσει κι άλλους. Κόσμο που η σιωπηλή αποδοκιμασία και η τυφλή υπακοή τον πονούσε και τον εξόργιζε, κόσμο που θα δινε τα πάντα για ένα χαμόγελο. Είχε ομως ραντεβού μαζί τους και έπρεπε να τρέξει.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Δεν είχε κάνει ποτέ της τίποτα παράνομο. Σήμερα όμως με αυτούς τους ανθρώπους θα έκαναν κάτι που πριν μερικές εβδομάδες θα θεωρούσε αδιανόητο ακόμα και σαν σκέψη, θα έμπαιναν σε ένα σουπερμάρκετ και θα απαλοτρίωναν τρόφιμα, για αυτούς αλλά και για όσους τα είχαν ανάγκη. Ήταν όλοι στην ώρα τους, και στα πρόσωπα τους έβλεπες ζωγραφισμένο το άγχος αλλά και την αποφασιστικότητα., Από τη στιγμή όμως που μπήκαν  στο κτίριο και άρχισαν να γεμίζουν καρότσια, κάθε δευτερόλεπτο έμοιαζε να κάνει τη πλάστιγγα να γέρνει προς το μέρος τους, να ξανακερδίζουν τις ζωές τους, να γελάνε,τα μάτια τους να γυαλίζουν με άγρια χαρά και η αλληλεγγύη τους να γίνεται δυνατή σαν το πιο ισχυρό οδόφραγμα. Οι υπάλληλοι δεν έκαναν τίποτα να τους σταματήσουν, ίσα ίσα κάποιοι χαμογελούσαν διακριτικά. Δεν ένιωθε ότι άλλαζε τον κόσμο, αλλά ένιωθε το λουρί της αλυσίδας που την κρατούσε δέσμια να μακραίνει λιγάκι και να της επιτρέπει να αγκαλίασει λίγο περισσότερο κόσμο. Όταν μοίρασαν δε τα απαλοτριωμένα στην κοντινή λαική και είδε την ευγνωμοσύνη και τα δάκρυα στα μάτια των ανθρώπων ένιωθε πως είχε κάνει κάτι. Αργότερα γιόρτασαν όλοι μαζί σαν τους Γαλάτες επαναστάτες των Gosigny-Uderzo, γύρω απ'το ίδιο τραπέζι. Όσο γωρίζονταν, τόσο έσπαγαν το φόβο.

Νύχτα πια, γύρισε σπίτι της, μπήκε στο μπάνιο και απόλαυσε ένα καυτό ντους. Η πόλη θα ήταν και αύριο το ίδιο άγρια, μπορεί και περισσότερο. Ήταν μια μάχη, αλλά θα ακολουθήσουν και άλλες.Πολλοί έπρεπε να βγουν από το λήθαργό τους και να διεκδικήσουν την ελευθερία. Με κάθε κόστος. Εκείνο το βράδυ μετά από καιρό κοιμήθηκε ήρεμα, και ήξερε πως από δω και πέρα θα έκανε τα πάντα για να διαφυλάξει αυτή τη γαλήνη, αλλά και να τη μοιραστεί με όσους περισσότερους μπορούσε.Χαμογελούσε ξανά.