Don Quixote

Don Quixote

19.2.13

Le planet sauvage

Έχω εκείνον τον εφιάλτη κάθε μέρα, ζω στον Κρόνο κι εκείνος μεταμορφώνεται σε γύπα και γω σε Προμηθέα και επιδιδόμαστε στο αγαπημένο μας σπορ, εγώ του να βασανίζομαι, αργά και σαδιστικά κι αυτός πιστός στο ρόλο του βασανιστή να μεταμορφώνεται σε γύπα και να μου τρώει τα μέσα μου βασανιστικά. Και τότε ξυπνάω, μόνο που δεν είμαι στον Κρόνο, άλλα στο κρεβάτι μου άδειος, εξουθενομένος χωρίς καμιά όρεξη να σηκωθώ μιας και ξέρω πια πως ότι φτιάξω στη διάρκεια της μέρας το βράδυ θα φαγωθεί και γω θα ξυπνήσω το ίδιο άδειος, Είναι σα να μην έχει πάτο, αλλά και να μη σε αφήνει να απολαύσεις τη διαδρομή,, μια ατέλειωτη λούπα, στις λακούβες ενός δίσκου και να τρέχεις κυνηγημένος από μια αόρατη βελόνα, αλλά να μη μπορείς να σταματήσεις και να αναρωτηθείς γιατί, αλλά ούτε και να πας πίσω, γιατί το τραγούδι πρέπει να τελειώσει, η χοντρή αδημονεί να βγει και να σπάσει ποτήρια με τις ψηλές τις και το κοινό να χειροκροτήσει ενθουσιασμένο αυτό το παράξενο κράμα Όπερας και ρωμαικού σφαγείου..

Και τότε είναι που κοιτάω πάνω και σε βλέπω, και απλώνω το χέρι μου να με δεις, και το κουνάω σε πανικό γιατί ξέρω πως αν με δεις θα γλιτώσω, αλλά εσύ κοιτάς αλλού, και ο δίσκος τελειώνει και η χοντρή βγάζει τη ψηλή και γω εκσφενδονίζομαι χαλκομανία στον τοίχο, και σκάει μύτη από το κοινό ο γύπας και ξάνα πάλι από την αρχή, και ξυπνάω και είναι Τρίτη μεσημέρι και γω δεν είμαι εκεί που θα θελα, και ενώ θέλω να κερδίσω έναν ολόκληρο κόσμο για να στον χαρίσω, παλεύω με γύπες και σεντόνια σε έναν πλανήτη χειρότερο από τον Κρόνο, σε μια εποχή που δε θυμίζει άνοιξη. σε μια χώρα που δε θυμίζει πατρίδα, σε ένα κρεβάτι που δε θυμίζει σε τίποτα το κρεβάτι μου, σε μια ιστορία που θα πρέπει να κοιτάξεις προς τα κάτω άν θες να θυμίζει εσένα, με μόνη σταθερά τα άδεια μου σωθικά.