Don Quixote

Don Quixote

20.7.12

Eίπαν-Δανεικός αυτόχειρας(η μαλακία τίτλος είναι δικός μου)

Eκείνο που δεν εξηγεί η θεωρία της εξέλιξης, είναι το γιατί στην πράξη η εξέλιξη έμεινε στη μέση. Δεν μπορεί αυτό το από όπου κι αν το πιάσεις προβληματικό πράγμα που είναι ο άνθρωπος να είναι το τελικό στάδιο. Έγινε μαλφάνξιον και μείναμε όλοι μας με το αγγούρι στο χέρι, με αποτέλεσμα να περνάμε τη ζωή μας ψάχνοντας ψύλλους στα άχυρα, ψάχνοντας να βρούμε ειδικά τί και πώς και γιατί. Δεν υπάρχουν ειδικά τί και πώς και γιατί. Δεν δουλεύει. Γενικά. Τόσο απλό είναι. Κάτι στράβωσε στην εξελικτική πορεία και μείναμε λειψοί. Ίσως και να μην χρειαζόταν πολλή δουλειά ακόμη. Ίσως να ήθελε μόνο μερικά μερεμέτια ο εγκέφαλος. Ίσως κάτι στράβωσε στις καλωδιώσεις στο τέλος. Δυο κακές συνδέσεις κι όλα μοιάζουν ανεξήγητα, ο μεν κόσμος ένα τεράστιο μυστήριο που μας παίρνει χιλιετίες επιστήμης για να ανακαλύψουμε ένα κλάσμα της εξήγησής του, οι δε εμείς μια ατελείωτη πηγή μανούρας και νευρώσεων και φόβων και παραλύσεων και αυτοσαμποτάζ. «Why the pain?» που λένε ή «Γιατί ο πόνος;». Δεν υπάρχει άλλη ερώτηση με νόημα, από εκεί θα έπρεπε να ξεκινούν όλες οι ερωτήσεις. Κάτι πήγε λάθος. Η ζωή θα έπρεπε να μας είναι εύκολη, η ζωή θα έπρεπε να είναι αντιμετωπίσιμη, η ανθρωπότητα αντί να σφάζεται από γεννησιμιού της και αντί τα μέλη της να έχουν τόσο ριζικά διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης μεταξύ τους, θα έπρεπε να έχει εφαρμόσει μια συνολική θεωρία των παιγνίων, ώστε να πετυχαίνει το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον καθένα κι όλους μαζί. Πέντε καλώδια συναρμολογημένα διαφορετικά ή ένας ελαφρά πιο πολύπλοκος εγκέφαλος κι ίσως όλα αυτά να ήταν λυμένα. Εξαρχής. Θα έπρεπε να είμαστε ευτυχισμένοι. Ή εναλλακτικά να μην ξέρουμε τι πάει να πει ευτυχία και δυστυχία. Σαν τα ζώα. Αυτών η εξέλιξη καλά το πήγε. Το δικό μας το ενδιάμεσο πράγμα είναι που δεν την παλεύει. Και μέσα του εμείς προσπαθούμε να την παλέψουμε. Λέμε στον εαυτό μας ότι δεν είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ότι το να χτίζεις παλάτια στην άμμο με το παιδί σου είναι το άπαν, πως η άμμος στα δάχτυλά του νομιμοποιεί τον κόσμο και εκμηδενίζει τη σημασία της ελαττωματικότητάς μας. Τα παιδιά: πλάσματα που ο εγκέφαλός του δεν λειτουργεί ακόμη στο επίπεδο το δικό μας, στο επίπεδο δηλαδή το ελαττωματικό. Συμπληρώνοντας τα κενά που τους λείπουν, όσο και αυτών οι μηχανές αρχίζουν να παίρνουν μπρος, εκπίπτουν από τον κόσμο όπως θα έπρεπε να είναι φτιαγμένος και μπαίνουν, με τα πόδια γεμάτα ακόμη άμμο, στον κόσμο της εξέλιξης που έμεινε στην μέση, στον κόσμο που είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, στον κόσμο που καταλαβαίνεις πως κάτι πάει λάθος, αλλά δεν μπορείς να βρεις το τι. Και μην μπορώντας να το βρεις, αρχίζεις να κατηγορείς τον κύριο με τα άσπρα μούσια, είτε Δαρβίνος λέγεται αυτός είτε Θεός, αρχίζεις να τον κατηγορείς που δεν φτιαχτήκαμε σωστά, που κάτι έλειψε για να είμαστε άρτιοι, που καθόμαστε και υποφέρουμε σαν τους μαλάκες, λες και δεν μπορούμε να βάλουμε κάτω πόση τροφή υπάρχει να την μοιράσουμε σε όλους, λες και δεν μπορούμε να βάλουμε κάτω τι τεχνολογία έχουμε φτιάξει να τη μοιράσουμε σε όλους ώστε να ζουν καλύτερα, λες και είναι τόσο πολύ ακατόρθωτο να μοιράσουμε δυο γαϊδουριών άχυρα, λες και είναι τόσο πολύ ακατόρθωτο να σταματήσουμε να αλληλορημαζόμαστε στις διαπροσωπικές σχέσεις, λες και είναι τόσο πολύ ακατόρθωτο οι διαπροσωπικές σχέσεις να κυμαίνονται από την αγάπη ως τα αδιάφορα συναισθήματα στη χειρότερη, λες δηλαδή και η αγάπη πρέπει ντε και καλά να είναι αυτό το υπερπολύπλοκο πράγμα, με τις εμπλοκές που την μετατρέπουν σε μίσος, σε λύσσα, σε κακία, σε πόλεμο, λες δηλαδή και όπου δούμε ευτυχία πρέπει να την διώξουμε σαν κατάρα, πρέπει να αρχίσουμε να της γαβγίζουμε, να της λέμε φύγε, φύγε μωρή καριόλα από την πόρτα μου, τι ζητάς από μένα, για ποιόν με πέρασες εμένα που θα ζήσω κι ευτυχισμένος, έχω τα θέματά μου εγώ, αχ και να ΄ξερες πόσα θέματα έχω εγώ, θέματα δικά μου όμως, κατάδικά μου, θέματα που δεν θα πάω να τα λύσω, σιγά μην αφήσω ειδικούς να βάλουν τα βρωμόχερά τους πάνω στα δικά μου τραύματα ή τη βρωμοχημεία τους πάνω στις δικές μου καλωδιώσεις, εγώ είμαι αυτός που είμαι και δεν αλλάζω εγώ, έχω έναν ιδεατό εαυτό να τον οραματίζομαι που και που, αλλά μόνο και μόνο για να με μέμφομαι περισσότερο και να με λυπάμαι περισσότερο που δεν τον φτάνω, άλλωστε τί να σου κάνει κι ο ιδεατός εαυτός όταν το είδος μας έμεινε εξελικτικά μετέωρο; Μην με ρωτάς γιατί η ζωή είναι πολύπλοκη. Η ζωή είναι πολύπλοκη επειδή η κατασκευή μας έμεινε στην μέση. Ειδάλλως θα ήταν απλή. Και σκέτα ωραία. Και σκέτα χαρούμενη. Δεν υπάρχει ομορφιά ούτε στον αγώνα ούτε στη δυσκολία ούτε στον κόπο. Όμορφο είναι να μη χρειάζεται να αγωνιστείς, όμορφο είναι το εύκολο, όμορφο είναι το άκοπο. Δεν υπάρχει ομορφιά στον πόνο. Ούτε μάθηση. Ο πόνος είναι λάθος. Οι άνθρωποι πονάνε επειδή φτιάχτηκαν λάθος. Κι αν ο εκούσιος θάνατος είναι ακόμη πιο λάθος, αυτό συμβαίνει επειδή η ανυπαρξία είναι ακόμη βλακωδέστερη από τον πόνο, τη ζωή και όλα τα κατασκευαστικά της λάθη. Πρέπει κανείς να γαντζωθεί στην ύπαρξη, όχι από μαζοχισμό, ούτε από πονολαγνεία, ούτε καν από ψυχαναγκασμό, αλλά επειδή αυτό το ημιτελές κάτι είναι περισσότερο από το τίποτα. Και ομορφότερο. Με την έννοια ότι το τίποτα δεν έχει μορφή. Και δεν είναι και ανακούφιση. Το τίποτα είναι τίποτα. Κι όσο κι αν μας κατατρώει το κάτι, όσο κι αν διαφόρων ειδών και αιτιών βασανισμένες υπάρξεις βασανίζουν και βασανίζονται από άλλες βασανισμένες υπάρξεις, δεν μας απομένει άλλη επιλογή από το να προσπαθήσουμε μέσα σε αυτό το γαμημένο το κάτι να διατηρήσουμε και τη λογική μας και την ανθρωπιά μας και την ευαισθησία μας, πρέπει να προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε να αντιδρούμε με βασικό κριτήριο πως οι άλλοι απέναντί μας δεν έφτιαξαν οι ίδιοι το μηχάνημά τους, βρήκαν ένα μηχάνημα και μέσα σε αυτό πορεύονται, μέσα σε αυτό προσπαθούν να λειτουργήσουν, με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς που έχει το χειριστήριό του. Να μη γίνουμε κτήνη. Να αντέξουμε. Πρέπει να αντέχεις, πρέπει να μένεις όρθιος, πρέπει να μένεις ζωντανός, πρέπει να μην παραδίνεσαι. Τα σκοτάδια του μυαλού, τα σκοτάδια της ψυχής, ωραία θα 'ταν να 'χε φως και διαύγεια παντού. Δεν έχει όμως. Είμαστε θολωμένο και όχι διαυγές είδος. Αυτοί είμαστε, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να πορευτούμε με εμάς. Με τη θολούρα μας και τα σκοτάδια μας. Θα αντέξουμε; Είναι βλακώδες το τίποτα. Οπότε θα αντέξουμε.
Κι αν η άμμος κυλά από τα δάχτυλα σαν κλεψύδρα που μετρά το πότε ολοκληρώνεται η έκπτωση από την αμνήμονα ευτυχία της παιδικής ηλικίας, ίσως πρέπει να μαζεύουμε την άμμο που πέφτει από αυτά, να την ρίχνουμε στο κεφάλι μας σαν χώμα, να βουτάμε στη θάλασσα να ξεπλυθούμε, και μετά να επιστρέφουμε συνειδητοποιημένα πλέον, προκειμένου να χτίσουμε παλάτια μέσα στα οποία επιτέλους θα χωρούν λειτουργικές διαπροσωπικές και πανανθρώπινες σχέσεις.


old-boy.blogspot.gr